ὅπλον


ὅπλον
τὸ ὅπλον 1. орудие земледельца, ремесленника; 2. оружие

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὅπλον" в других словарях:

  • ὅπλον — tool neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅπλα — ὅπλον tool neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅπλοις — ὅπλον tool neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅπλοισι — ὅπλον tool neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅπλοισιν — ὅπλον tool neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅπλων — ὅπλον tool neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅπλῳ — ὅπλον tool neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όπλο — Κάθε μέσο κατασκευασμένο για να χρησιμοποιηθεί για το κυνήγι, για τον πόλεμο ή για την προσωπική άμυνα. Στους πρωτόγονους πληθυσμούς, τα εργαλεία και τα ό. δεν διαφέρουν ουσιαστικά: τα αμύγδαλα, για παράδειγμα, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και… …   Dictionary of Greek

  • Structure of the Hellenic Army — General Staff*Hellenic Army General Staff Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ) **Chief of Staff of the Army Αρχηγός ΓΕΣ **Inspector General of the Army Γενικός Επιθεωρητής Στρατού / Διοικητής ΔΙΔΟΕΕ **1st Deputy Chief of Staff of the Army A Υπαρχηγός… …   Wikipedia

  • Hoplite — Gravure d une statuette en bronze d hoplite L’hoplite (en grec ancien ὁπλίτης / hoplítês, de ὅπλον / hóplon « arme » ; l h français n …   Wikipédia en Français

  • Hoplites — Hoplite Gravure d une statuette en bronze d hoplite L’hoplite (en grec ancien ὁπλίτης / hoplítês, de ὅπλον / hóplon « arme » ; l …   Wikipédia en Français